Κεντρική σελίδαSitemapΕπικοινωνία
 
Βρίσκεστε εδώ : Κεντρική σελίδα » Το Περιοδικό » Τεύχος 02 2010 » Η λευκή κορδέλα

Χρήστος Ματζώνας , 26. August 2010 

Η λευκή κορδέλα

Ο σύγχρονος γερμανικός κινηματογράφος έχει μια θεαματική ανάκαμψη την τελευταία δεκαετία με ταινίες όπως «Πουθενά στην Αφρική» 2001 της Καρολ Λίνκε, όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, «Η πτώση» 2004 του Όλιβερ Χιρσμπιγκελ, υποψήφια για όσκαρ, «Οι ζωές των άλλων» 2006 του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ με όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας επίσης και «οι παραχαράκτες» 2007 του Στέφαν Ρουζοβίτσκι, όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, κ.α.!
Ο Μίκαελ Χάνεκε, ο αυστρiακός σκηνοθέτης των ταινιών «Funny Games», «H δασκάλα του πιάνου» κ.α. μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με τον καθωσπρεπισμό και την αυστηρότητα που γεννάει την γενιά των ναζί!
Σε ένα μικρό χωριο της Βόρειας Γερμανίας λίγο πριν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το 1913-14, με τη βοήθεια του αφηγητή δάσκαλου,γινόμαστε κοινωνοί κάποιων ανεξήγητων τραγικών γεγονότων.Παράδοξα συμβάντα συνταράσσουν τόσο το ποίμνιο και τους κατοίκους όσο και τον φεουδάρχη αριστοκράτη και την οικογένειά του!
Η καταπιεστική Προτεσταντική διαπαιδαγώγηση,το αυστηρό ηθικό πλαίσιο στις σχέσεις των απλών εργατών, η κοινωνική αδικία, οδηγούν τους κατοίκους του φαινομενικά ήρεμου χωριού σε ακραίες συμπεριφορές και τρομοκρατικές πρακτικές!
Ο Χάνεκε δήλωσε ότι: «δεν θέλω να κάνω μια ταινία πάνω στον φασισμό. Είναι κάτι περισσότερο που αναφέρεται σε όλο τον κόσμο. Ότι δηλαδή οποιαδήποτε ιδεολογία που θέλει να χτυπηθεί με το κατεστημένο μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους από βλακεία ή ατολμία, στον φασισμό και στην τρομοκρατία».
Η έντεχνη αισθητική της ασπρόμαυρης κινηματογράφησης που βοηθάει στην «πιστή απεικόνηση της μνήμης», όπως αναφέρει ο ίδιος ο δημιουργός, (είναι λάτρης του ασπρόμαυρου), προέρχεται από την τεράστια προσπάθεια της παραγωγής για την ταυτιση των πλάνων αλλά και της διανομής των ρόλων με ένα τεράστιο σώμα φωτογραφικού υλικού απο εκείνη την εποχή!
Επτά χιλιάδες παιδιά πήραν μέρος στην οντισιόν για την ταινία, πέρα από τους επαγγελματίες ηθοποιούς που επιλέχθηκαν για τους συγκεκριμένους ρόλους, και πέρα απο εκατοντάδες κομπάρσους που διαλέχτηκαν με προσοχή ωστε να μοιάζουν με τις παλιές φωτογραφίες. Κατέληξαν να χρησιμοποιήσουν ρουμάνους κομπάρσους, γιατί αυτοί έμοιαζαν περισσότερο με τους Γερμανούς εκείνης της περιόδου, και μόνο δέκα από τα τόσα παιδιά.
Τα ερωτήματα χωρίς απαντήσεις είναι συνηθισμένη πρακτική του σκηνοθέτη, που δομεί την συνολική αισθητική της ταινίας του απο την στιβαρή γερμανοευρωπαική κινηματογραφία του Καρλ Ντράγιερ, του Ιγκμαρ Μπέργκμαν, του Φρίτζ Λάνγκ. Η «βιωματική» θέση που κρατά για τον θεατή ο Χάνεκε, αποκλείοντας την προοπτική του απλού παρατηρητή των συμβάντων, συμπληρώνει την πρόθεση του δημιουργού να μην εκμαιεύσει κανείς απλοποιημένα συμπεράσματα για ένα τόσο σοβαρό θέμα,όπως αυτό του φασισμού και της τρομοκρατίας.
Θίγει άλλη μια φορά το θέμα που ταλάνισε τον πλανήτη, αλλά και την ίδια αυτή κινηματογραφία της μεταπολεμικής Γερμανίας και ειδικά την παρέα της δεκαετίας του ‘60, Κλούτζ, Χέρτζογκ, Βέντερς, Φασμπίντερ κ.α., που υπέγραψε το Μανιφέστο του Ομπερχάιμερ δημιουργώντας τον Νέο Γερμανικό Κινηματογράφο ως αντίδραση σε αυτό που οι ίδιοι οι Γερμανοι αποκαλούν «Μαύρη εκπαίδευση», ένας όρος που χαρακτηρίζει την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου συντηρητικού, σκληρού και αυστηρού τρόπου εκπαίδευσης για μια μεγάλη περίοδο της γερμανικής ιστορίας που ξεκίνησε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έφτασε ως τα τέλη της δεκαετίας του ‘60.
Οι δυόμιση ώρες που διαρκεί η ταινία, ίσως αρχικά να δουλεύουν σε βάρος της από τη μια, αλλά τελικά ο υπομένων ανταμείβεται από ένα καταπληκτικό σύνολο!
Η λευκή κορδέλα που αναγκάστηκαν να φορούν οι μικροί ήρωες ως τιμωρία από τον αυστηρό Πάστορα για να μη λησμονούν τις αμαρτίες τους, γίνεται ο προφητικός εφιάλτης των ναζιστικών περιβραχιόνιων και των σημάτων των ρατσιστικών διακρίσεων στα χρόνια που ακολούθησαν!